Ερευνητική Ομάδα Βενετοκρατίας

 

 

 

 

 

Μαρίνα Κουμανούδη: Ερευνητική αποστολή στη Βενετία

Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στη Βενετία (φιλοξενήθηκε με έξοδα του Προγράμματος στο Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας)  ασχολήθηκε με την αποδελτίωση των δημοσιευμένων πρεσβειών της βενετοκρατούμενης Κρήτης, στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ ΙΙ, με τίτλο: Ελληνικές Κοινότητες και Ευρωπαϊκός Κόσμος (13ος – 19ος αι.). Μορφές αυτοδιοίκησης, κοινωνική οργάνωση, συγκρότηση ταυτοτήτων. ΠΕ 2 α «Καταγραφή των πρεσβειών της Βενετοκρατούμενης Κρήτης, 13ος-15ος αι.».

Για το σκοπό αυτό ερευνήθηκαν οι ακόλουθες συλλογές δημοσιευμένων εγγράφων, σε πλήρη μορφή ή σε επιτομή:

R. Cessi - P. Sambin, Le deliberazioni del Consiglio dei rogati (Senato), Serie "Mixtorum", τ. 2, libri I-XIV, Βενετία 1960, σσ. 12-13, αρ. 52-55.

R. Cessi – Μ. Brunetti, Le deliberazioni del Consiglio dei rogati (Senato), Serie "Mixtorum", τ. 2, libri XV-XVI, Βενετία 1961, σσ. 12-13, αρ. 52-55.

E. Gerland, Das Archiv des Herzogs von Kandia, Στρασβούργο 1899, σ. 44-55.

Venezia-Senato, Deliberazioni miste, Reg. 23 (1345-1347), εκδ. F. Girardi, τ. 10, Βενετία 2004, αρ. 494.

H. Noiret, Documents pour servir à l'histoire de la Crète sous la domination venitienne, 1380-1485, Παρίσι 1892, σσ. 244-259, 423-424, 444-450, 467-482, 513-523.

Γ. Σ. Πλουμίδης, Πρεσβείες Κρητών προς τη Βενετία (1487-1558), Ιωάννινα 1986, σ. 9-10, αρ. 1, σσ. 11-18, αρ. 3-4, σσ. 20-21, σ. 22, αρ. 8.

R. Predelli, I Libri Commemoriali della Republica di Venezia: Regesti, 1, Βενετία 1876,σσ. 82-83, σ. 22, αρ. 90, σσ. 82-83, 91, αρ. 349, 350, 351-355, 392.

Σ. Μ. Θεοτόκης, Ιστορικά κρητικά έγγραφα. Αποφάσεις Μείζονος Συμβουλίου Βενετίας, Μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας, 1/ΙΙ, Αθήνα 1933, σ. 3, αρ. 1.

Σ. Μ. Θεοτόκης, Ιστορικά κρητικά έγγραφα. Θεσπίσματα της Βενετικής Γερουσίας, Μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας, 1, Αθήνα 1936, σσ. 149-150, 186-191, 222-226, 228-230, 237-241, 264-269, 293-297.

F. Thiriet, Régestes des délibérations du Sénat de Venise concernant la Romanie, 1, Παρίσι-Χάγη 1958, σ. 28, αρ. 26, σσ. 30-31, αρ. 38, σσ. 59, αρ. 191.

Καθώς επίση και οι εξής μελέτες:

G. Cervellini, Documento venetocretese del Dugento, Padova 1906, σσ. 13-18.

Σ. Μ. Θεοτόκης, Εισαγωγή εις την έρευναν των μνημείων της Ιστορίας του Ελληνισμού, Κέρκυρα 1926, σσ. 40, 43-45,49-50.

Σ. Μ. Θεοτόκης, «Η πρώτη συμμαχία των κυρίαρχων κρατών του Αιγαίου κατά της καθόδου των Τούρκων αρχομένου του ΙΔ΄αιώνος», Επετηρίς της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 7 (1930), 291.

Ειδικότερα, εντοπίστηκαν και καταγράφηκαν σε ηλεκτρονικά δελτία 36 πρεσβείες της κοινότητας και των φεουδαρχών του Χάνδακα, των Χανίων, του Ρεθύμνου, της Σητείας και της Ιεράπετρας (ή και όλου του νησιού), 2 πρεσβείες των Εβραίων της Κρήτης, 1 των Αρμενίων και 1 μικτή πρεσβεία αποτελούμενη από εκπροσώπους των Εβραίων και των φεουδαρχών του νησιού, συνολικά δηλαδή 40 πρεσβείες που καλύπτουν την περίοδο από το 1211/1224 ώς το 1499.  Τα αιτήματα των πρεσβειών αφορούν σε διάφορα  θέματα όπως τη διοίκηση, την εκλογή αξιωματούχων, την εκπροσώπηση στα συμβούλια, το εμπόριο και την οικονομία, τα φέουδα, την πολεμική προετοιμασία, τις επαναστάσεις κ.α.

 

 

Αικατερίνη Κωνσταντινίδου: Ερευνητική αποστολή στη Βενετία

Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στη Βενετία (φιλοξενήθηκε με έξοδα του Προγράμματος στο Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας) εργάστηκε στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας με στόχο τη συλλογή στοιχείων για τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα της βενετικής Κρήτης, τα μέλη των οποίων συμμετείχαν στα αστικά συμβούλια του νησιού. Σε πρώτο επίπεδο, κατέγραψε το αρχειακό υλικό που περιέχει πληροφορίες αναφορικά με τους γάμους, τις γεννήσεις και τις βαπτίσεις των nobili veneti, όπως αυτές καταχωρίζονταν στα λεγόμενα «βιβλία των ευγενών». Ειδικότερα, εξέτασε τους φακέλους των αρχειακών σειρών Avogaria di Comun με αριθμό 4642, 4643, 4644, 4645, 4646, 4647, 4648, 4649, 4650, 4651, Duca di Candia 54, 81/85, 87 και Procuratori di San Marco di Supra 139, 140, 141 και κατέγραψε στη βάση δεδομένων το είδος του υλικού που περιέχουν καθώς και τα έτη που καλύπτουν. Στη συνέχεια, το ενδιαφέρον της εστιάστηκε στις σχέσεις των nobili  veneti με τους nobili cretensi αλλά και με το στρώμα των πολιτών (cittadini). Για το λόγο αυτό μελετήθηκαν, αποδελτιώθηκαν και καταχωρίστηκαν στη σχετική βάση δεδομένων στοιχεία που καλύπτουν τη δεκαετία 1632-1642 και αφορούν στις γαμήλιες στρατηγικές των nobili veneti της Κρήτης αλλά και στην πολιτική της Βενετίας, η οποία έσπευδε να θέσει υπό τον έλεγχό της την κοινωνική κινητικότητα και τις σχέσεις των κοινωνικών στρωμάτων.

 

 

Αικατερίνη Μουσαδάκου: Αιτήματα Κοινοτήτων προς τη Μητρόπολη. Πτυχές κοινωνικής μέριμνας

Οι πρεσβείες των Κοινοτήτων των βενετοκρατούμενων περιοχών αποτελούσαν θεσμό της Πολιτείας του Αγίου Μάρκου, με τον οποίο οι τοπικές κοινωνίες επικοινωνούσαν με τη Μητρόπολη. Μέσω αυτών, από τη μία πλευρά, οι υπήκοοι της Γαληνοτάτης είχαν τη δυνατότητα υποβολής αιτημάτων και από την άλλη, η Μητρόπολη είχε τη δυνατότητα ενημέρωσης επί των όποιων προβλημάτων -παράλληλα με τις αναφορές των αξιωματούχων της.

Στις πρεσβείες -που περιλαμβάνονται στο έργο του Κ. Σάθα, «Μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας» και προέρχονται από τις περιοχές της Ναύπακτου, της Χελιδόνος, της Μάνης, της Αίγινας, της Σκύρου, της Σκιάθου, της Λήμνου, των Κυθήρων, της Ζακύνθου, της  Κεφαλονιάς, της Κέρκυρας, της Πάργας, του Βουθρωτού, του Ναυπλίου, της Μονεμβασίας, της Τήνου και της  Μυκόνου- αναδύονται ποικίλες όψεις των εγχώριων κοινωνιών του 15ου και 16ου αιώνα. Θίγονται, μάλιστα, τα εξής θέματα: η οργάνωση της άμυνας, η κατασκευή και συντήρηση οχυρωματικών έργων, η διενέργεια του εξωτερικού εμπορίου, η επάρκεια σε είδη διατροφής, η εκπαίδευση, η ιατρική φροντίδα, οι σεισμοί, ο τρόπος απονομής δικαιοσύνης, οι αγγαρείες, το γαιοκτητικό καθεστώς, η δημοσιονομική πολιτική, η κοινωνική διαστρωμάτωση, τα προνόμια κάποιων κοινωνικών ομάδων καθώς και οι αντιθέσεις και συγκρούσεις μεταξύ τους. Προβάλλονται, επίσης, οι ατασθαλίες στη διοίκηση κάποιων αξιωματούχων και προτείνονται μέτρα για την αποφυγή τους.

Από το ύφος της γραφής των κειμένων γίνεται έκδηλη η διπλωματικότητα κάθε πλευράς. Έτσι, οι Κοινότητες συχνά υμνούν το καθεστώς, απαριθμούν τα ευεργετήματα της Βενετίας στον τόπο τους, αλλά και εξαίρουν την προσφορά των ίδιων προς τη Γαληνοτάτη, με στόχο την ικανοποίηση των αιτημάτων τους. Από την πλευρά της η Μητρόπολη -σε όσα κείμενα πρεσβειών καταγράφονται οι απαντήσεις της- με επιδεξιότητα στους πολιτικούς χειρισμούς, αποκρίνεται άλλοτε θετικά ή αρνητικά και άλλοτε αόριστα ή αναβλητικά. Παρατηρούμε άλλωστε, πως συγκεκριμένα αιτήματα επαναλαμβάνονται και σε ακόλουθες χρονικά πρεσβείες. Συνάγεται πως είτε προγενέστερη απόφαση της Βενετίας δεν είχε εφαρμοστεί, είτε η λήψη μέτρων εκκρεμούσε.

Το πλήθος των αιτημάτων των πρεσβειών αποτελεί έναν αρχικό οδηγό έρευνας για τη μελέτη ενός ευρύτατου θεματικού πεδίου της Ιστορίας των βενετοκρατούμενων περιοχών. Ως ενδεικτική αξιοποίηση της βάσης δεδομένων, που δημιουργήθηκε για το ερευνητικό πρόγραμμα «Πυθαγόρας», περιγράφονται εδώ κάποιες πτυχές κοινωνικής μέριμνας και δίνεται έμφαση σε αιτήματα που άπτονται της σιτικής πολιτικής, της εκπαίδευσης και της ιατρικής περίθαλψης στις βενετοκρατούμενες περιοχές.

Τα διαβήματα για την ίδρυση σιταποθηκών και την αποστολή χρημάτων για την προμήθεια σιτηρών μάς αποκαλύπτουν τα προβλήματα επισιτισμού ανά τόπο και εποχή. Η σύσταση των fonteghi, παρά τις δυσχέρειες στη λειτουργία τους -ανεπάρκεια οικονομικών πόρων, αυθαιρεσίες υπαλλήλων-, αποτελούσε αναγκαίο μέτρο, που χωρίς να αποτελεί μόνιμη λύση του επισιτιστικού προβλήματος, προσέφερε -έστω και προσωρινή- ανακούφιση στις περιπτώσεις σιτοδείας.

 Οι κοινότητες ζητούσαν επίσης, από τη Μητρόπολη τη λήψη μέτρων για την παροχή πνευματικής τροφής. Επίμονα εμφανίζονται τα αιτήματα για το διορισμό δασκάλου και για την εξασφάλιση αμοιβής του από τη Μητρόπολη. Θα πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι, παρά τις πληροφορίες μας για την πρόσληψη δασκάλων και τη μισθοδοσία τους, η έρευνα δεν μας επιτρέπει να απαντήσουμε με βεβαιότητα σε ερωτήματα σχετικά με την ύλη διδασκαλίας, την κοινωνική προέλευση  των μαθητών, την ηλικία τους ή το χώρο λειτουργίας των σχολείων σε κάθε περιοχή.

Απευθύνονται, επιπροσθέτως, αιτήματα για την πρόσληψη γιατρού της Κοινότητας και τη χρηματοδότησή του από τη Βενετία. Ερωτήματα που προκύπτουν προς διερεύνηση αφορούν την εκπαίδευση των γιατρών -ήταν απόφοιτοι Πανεπιστημίου ή εμπειρικοί;- αλλά και την κοινωνική προέλευση των ασθενών τους.

Συμπερασματικά, φαίνεται πως σε κάθε πτυχή κοινωνικής μέριμνας η Βενετία, λαμβάνοντας υπόψη τα αιτήματα των Κοινοτήτων, προσπαθούσε να οργανώσει ένα πλέγμα κοινωνικών παροχών, στο πλαίσιο πάντοτε της εκάστοτε οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Η πρόνοια για τις επί μέρους πτυχές πρόβαλλε ιδιαίτερα σημαντική στο βαθμό που εξυπηρετούσε την καθολική μέριμνα της Πολιτείας του Αγίου Μάρκου για τη διασφάλιση του κοινωνικού της οικοδομήματος.

 

 

Χριστίνα Παπακώστα: Πάργα, Πρέβεζα, Βόνιτσα: αστικές συσσωματώσεις στη βενετοκρατούμενη Δυτική Ελλάδα και Ήπειρο

Στις αρχές του 15ου αιώνα οι επιφανείς κάτοικοι του κάστρου της Πάργας απευθύνουν πρόσκληση στις βενετικές αρχές που εδρεύουν στην Κέρκυρα προκειμένου η Γαληνοτάτη να λάβει υπό την προστασία της τους Παργηνούς. Με απόφαση της βενετικής Συγκλήτου, το 1401, το ηπειρώτικο λιμάνι προσαρτήθηκε στο βενετικό κράτος. Ένας βενετός, και από το 1455 και μετά ένα κερκυραίος πολίτης, ήταν ο ανώτερος διοικητής (governatore e capitano). Στους κατοίκους της πόλης απονεμήθηκε το δικαίωμα να συγκροτήσουν το «συμβούλιο των πολιτών (cittadini) της Πάργας», το οποίο αποτελούνταν από τα άρρενα μέλη των 17 φαρών (οικογενειακών δικτύων), τα οποία κατοικούσαν στην περιοχή από την εποχή που αποτελούσε τμήμα της βυζαντινής αυτοκρατορίας.

            Μετά τον τελευταίο βενετοτουρκικό πόλεμο (1714-1718), τα δύο λιμάνια στην είσοδο του Αμβρακικού κόλπου, η Πρέβεζα και η Βόνιτσα, κυριεύθηκαν από τα βενετικά στρατεύματα και αποτέλεσαν τα δύο τελευταία βενετικά διοικητικά εξαρτήματα στο χώρο της Δυτικής Ελλάδας. Η Πρέβεζα διοικούνταν από ένα βενετό αξιωματούχο με τον τίτλο του προβλεπτή (Provveditore Ordinario), ο οποίος αναφερόταν στον έκτακτο προβλεπτή (Provveditore Estraordinario) της Λευκάδας. Και η Βόνιτσα διοικούνταν από ένα βενετό αξιωματούχο με τον τίτλο του προβλεπτή. Το 1740 οι κάτοικοι της Πρέβεζας και το 1776 οι κάτοικοι της Βόνιτσας με αίτημα που απηύθυναν στο δόγη και στη βενετική Σύγκλητο ζητούσαν την άδεια προκειμένου να συγκροτήσουν τα δικά τους κοινοτικά συμβούλια ακολουθώντας το παράδειγμα της Λευκάδας. Στην περίπτωση της Πρέβεζας η απάντηση ήταν άμεση ενώ η τελευταία αστική συσσωμάτωση στο χώρο του βενετοκρατούμενου ελλαδικού χώρου δημιουργήθηκε το 1787 στη Βόνιτσα.

            Και στις τρεις πόλεις τα κοινοτικά συμβούλια εξέλεγαν το γραμματέα του ανώτερου διοικητή του τόπου και το γραμματέα της κοινότητας· συνδίκους, οι οποίοι φρόντιζαν για τη διοίκηση της κοινότητας· δικαστές, οι οποίοι εκδίκαζαν υποθέσεις σε πρώτο βαθμό, ενώ οι εφέσεις δικάζονταν από τους κατά τόπους βενετούς αξιωματούχους· αγορανόμοι για τον έλεγχο των προϊόντων, υγειονόμοι για την προστασία της δημόσιας υγείας και δικαστές-εκτιμητές για τον έλεγχο των ζημιών που προκαλούνταν στους αγρούς. Η θητεία όλων των αξιωματούχων ήταν ετήσια.

            Το σημαντικότερο προνόμιο που απέκτησαν τα συμβούλια των πολιτών ήταν το δικαίωμα αποστολής πρεσβειών στη Βενετία, δικαίωμα που οι Παργηνοί άσκησαν επανειλημμένα παρά το δυσβάστακτα έξοδα.  

επιστροφή στην αρχή